l'incendie
Pronunciation
/ɛ̃sɑ̃di/

Ορισμός και σημασία του "incendie"στα γαλλικά

L'incendie
[gender: masculine]
01

πυρκαγιά, μεγάλη και καταστροφική φωτιά

feu important et destructeur, souvent accidentel
l'incendie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
incendies
Παραδείγματα
Cet incendie a causé de gros dégâts.
Αυτή η πυρκαγιά προκάλεσε μεγάλες ζημιές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store