Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'incendie
[gender: masculine]
01
πυρκαγιά, μεγάλη και καταστροφική φωτιά
feu important et destructeur, souvent accidentel
Παραδείγματα
Cet incendie a causé de gros dégâts.
Αυτή η πυρκαγιά προκάλεσε μεγάλες ζημιές.



























