Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incarcérer
01
φυλακίζω, εγκλείω
placer une personne en prison sur décision de justice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
incarcère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incarcérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
incarcérerai
ενεστώτα μετοχή
incarcérant
παθητική μετοχή
incarcéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incarcérions
Παραδείγματα
Après l' émeute, la police a incarcéré des dizaines de manifestants.
Μετά την εξέγερση, η αστυνομία φυλάκισε δεκάδες διαδηλωτές.



























