Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incapable
01
ανίκανος, ανεπαρκής
qui n'a pas la capacité ou la force de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus incapable
συγκριτικός βαθμός
plus incapable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incapable
αρσενικό πληθυντικό
incapables
θηλυκό ενικό
incapable
θηλυκό πληθυντικό
incapables
Παραδείγματα
Il s' est avéré incapable de gérer la situation.
Αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί την κατάσταση.
L'incapable
[gender: masculine]
01
ανίκανος, ανίκανος
personne qui manque de compétence, d'efficacité ou de capacité pour accomplir ses tâches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
incapables
Παραδείγματα
Elle refuse d' être associée à l' incapable du groupe.
Αρνείται να συνδεθεί με τον ανίκανο της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
incapable
capable



























