inaliénable
i
i
i
na
na
na
lié
lje
lye
nable
nabl
nabl

Ορισμός και σημασία του "inaliénable"στα γαλλικά

inaliénable
01

απαράγραπτος, αμετάβλητος

se dit d'un droit, d'une qualité ou d'un bien qui ne peut être enlevé ou transféré à quelqu'un d'autre 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inaliénable
αρσενικό πληθυντικό
inaliénables
θηλυκό ενικό
inaliénable
θηλυκό πληθυντικό
inaliénables
Παραδείγματα
Le droit à la liberté est un droit inaliénable. 

Το δικαίωμα στην ελευθερία είναι ένα απαράγραπτο δικαίωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store