l'impôt
impôt
ɛ̃poʊ
epow

Ορισμός και σημασία του "impôt"στα γαλλικά

01

φόρος, τέλος

somme d'argent que les citoyens doivent payer à l'État 
l'impôt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
impôts
Παραδείγματα
L'impôt est obligatoire pour tous les citoyens. 

Ο φόρος είναι υποχρεωτικός για όλους τους πολίτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store