Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idéal
01
ιδανικός, τέλειος
qui correspond parfaitement à ce qu'on souhaite ou imagine
Παραδείγματα
C' est un étudiant idéal, toujours sérieux et appliqué.
Είναι ένας ιδανικός φοιτητής, πάντα σοβαρός και εργατικός.



























