Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idéal
01
ιδανικός, τέλειος
qui correspond parfaitement à ce qu'on souhaite ou imagine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus idéal
συγκριτικός βαθμός
plus idéal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
idéal
αρσενικό πληθυντικό
idéaux
θηλυκό ενικό
idéale
θηλυκό πληθυντικό
idéales
Παραδείγματα
C' est un étudiant idéal, toujours sérieux et appliqué.
Είναι ένας ιδανικός φοιτητής, πάντα σοβαρός και εργατικός.



























