idiot
Pronunciation
/idjo/

Ορισμός και σημασία του "idiot"στα γαλλικά

01

ηλίθιος, ανόητος

qui manque d'intelligence ou de bon sens
idiot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus idiot
συγκριτικός βαθμός
plus idiot
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
idiot
αρσενικό πληθυντικό
idiots
θηλυκό ενικό
idiote
θηλυκό πληθυντικό
idiot(e)s
Παραδείγματα
Les erreurs idiotes peuvent être évitées avec un peu d' attention.
Τα ηλίθια λάθη μπορούν να αποφευχθούν με λίγη προσοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store