idiot
id
id
id
iot
yaw

Ορισμός και σημασία του "idiot"στα γαλλικά

01

ηλίθιος, ανόητος

qui manque d'intelligence ou de bon sens 
idiot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus idiot
συγκριτικός βαθμός
plus idiot
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
idiot
αρσενικό πληθυντικό
idiots
θηλυκό ενικό
idiote
θηλυκό πληθυντικό
idiot(e)s
Παραδείγματα
Il a fait un geste idiot. 

Έκανε μια ηλίθια χειρονομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store