l'iceberg

Ορισμός και σημασία του "iceberg"στα γαλλικά

01

παγόβουνο, τεράστιο κομμάτι πάγου

énorme bloc de glace flottant sur l'eau, détaché d'un glacier ou d'une calotte glaciaire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
icebergs
Παραδείγματα
L'iceberg dérivait lentement dans l'océan Atlantique. 

Ο παγόβουνος παρασύροταν αργά στον Ατλαντικό Ωκεανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store