ro
e
ε
te
τε
ro
ʁo
ρο

Ορισμός και σημασία του "hétéro"στα γαλλικά

01

qui ressent une attirance amoureuse ou sexuelle pour des personnes du sexe opposé , -

γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό ενικό
hétéro
αρσενικό πληθυντικό
hétéros
θηλυκό ενικό
hétéro
θηλυκό πληθυντικό
hétéros
Παραδείγματα
Elle est hétéro. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store