l'hésitation
Pronunciation
/ezitasjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "hésitation"στα γαλλικά

01

δισταγμός, αποφασιστικότητα

état d'indécision temporaire avant une action ou un choix
l'hésitation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hésitations
Παραδείγματα
L' hésitation n' a pas sa place en situation d' urgence.
Η διστακτικότητα δεν έχει θέση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store