Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'hésitation
01
δισταγμός, αποφασιστικότητα
état d'indécision temporaire avant une action ou un choix
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hésitations
Παραδείγματα
Une courte hésitation précéda sa réponse.
Μια σύντομη διστακτικότητα προηγήθηκε της απάντησής του.



























