l'ritage
e
ε
ri
ʁi
ρι
tage
taʒ
ταζ

Ορισμός και σημασία του "héritage"στα γαλλικά

01

κληρονομιά, κληροδότημα

biens ou valeurs transmis après le décès d'une personne, ou tradition transmise à travers les générations 
l'héritage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
héritages
Παραδείγματα
Il a reçu un important héritage de son grand-père. 

Έλαβε μια σημαντική κληρονομιά από τον παππού του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store