Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'hémisphère
01
ημισφαίριο, μισό οργάνου
moitié d'un organe, souvent utilisé pour le cerveau
Παραδείγματα
Une lésion dans un hémisphère peut affecter la motricité.
Μια βλάβη σε ένα ημισφαίριο μπορεί να επηρεάσει την κινητικότητα.
02
ημισφαίριο
moitié d'une sphère coupée par un plan
Παραδείγματα
La demi-balle est un hémisphère.
Το μισό μπάλα είναι ένα ημισφαίριο.
03
ημισφαίριο, μισή σφαίρα
moitié d'une sphère ou de la Terre, souvent nord ou sud
Παραδείγματα
Le climat varie beaucoup entre les deux hémisphères.
Το κλίμα ποικίλλει πολύ μεταξύ των δύο ημισφαιρίων.



























