l'hélicoptère
hélicoptère
elikɔptaɛ̯ʁ
elikawptaer

Ορισμός και σημασία του "hélicoptère"στα γαλλικά

L'hélicoptère
01

ελικόπτερο

appareil volant propulsé par des rotors horizontaux qui permettent le vol stationnaire, le décollage et l'atterrissage verticaux 
l'hélicoptère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hélicoptères
Παραδείγματα
L'hélicoptère survole la ville. 

Το ελικόπτερο πετά πάνω από την πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store