horrifié
Pronunciation
/ɔʀifje/

Ορισμός και σημασία του "horrifié"στα γαλλικά

01

éprouvant une grande peur ou une forte horreur

horrifié definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus horrifié
συγκριτικός βαθμός
plus horrifié
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
horrifié
αρσενικό πληθυντικό
horrifiés
θηλυκό ενικό
horrifiée
θηλυκό πληθυντικό
horrifiées
Παραδείγματα
Elle a regardé, horrifiée, l' accident se produire.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store