Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'horreur
[gender: feminine]
01
φρίκη, τρόμος
sentiment intense de peur ou de dégoût
Παραδείγματα
L' horreur de la scène était indescriptible.
Ο τρόμος της σκηνής ήταν απερίγραπτος.
02
τρόμου, φρίκη
genre de film, livre ou spectacle conçu pour effrayer
Παραδείγματα
La pièce transforme un mélodrame en véritable horreur.
Το έργο μετατρέπει ένα μελόδραμα σε πραγματικό φρίκη.



























