l'herbivore
herbivore
ɛʁbivɔʁ
erbivawr
carnivoredinosaurealligatorlabrador

Ορισμός και σημασία του "herbivore"στα γαλλικά

01

φυτοφάγο, ζώο φυτοφάγο

animal  qui se nourrit principalement de plantes 
l'herbivore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
herbivores
Παραδείγματα
La vache est un herbivore domestique 

Η αγελάδα είναι ένα εξημερωμένο φυτοφάγο.

01

φυτοφάγος, που τρέφεται με φυτά

qui se nourrit principalement de plantes 
herbivore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
herbivore
αρσενικό πληθυντικό
herbivores
θηλυκό ενικό
herbivore
θηλυκό πληθυντικό
herbivores
θεματικό πεδίο
alimentation, biologie, zoologie
Παραδείγματα
La vache est un animal herbivore. 

Η αγελάδα είναι ένα φυτοφάγο ζώο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store