la harpe
harpe
aʁp
arp
harpie

Ορισμός και σημασία του "harpe"στα γαλλικά

01

άρπα, κελτική άρπα

instrument de musique à cordes pincées, de grande taille , souvent joué debout ou assis 
la harpe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
harpes
Παραδείγματα
Elle joue de la harpe dans l'orchestre symphonique. 

Εκείνη παίζει άρπα στην συμφωνική ορχήστρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store