hanté
hanté
ɑ̃te
aate

Ορισμός και σημασία του "hanté"στα γαλλικά

01

στοιχειωμένος, μαγεμένος

qu'un esprit ou un fantôme habite ou fréquente 
hanté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus hanté
συγκριτικός βαθμός
plus hanté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hanté
αρσενικό πληθυντικό
hantés
θηλυκό ενικό
hantée
θηλυκό πληθυντικό
hantées
θεματικό πεδίο
surnaturel, lieu, atmosphère
Παραδείγματα
La vieille maison est hantée depuis des années. 

Το παλιό σπίτι είναι στοιχειωμένο εδώ και χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store