Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hanté
01
στοιχειωμένος, μαγεμένος
qu'un esprit ou un fantôme habite ou fréquente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus hanté
συγκριτικός βαθμός
plus hanté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hanté
αρσενικό πληθυντικό
hantés
θηλυκό ενικό
hantée
θηλυκό πληθυντικό
hantées
Παραδείγματα
Certains lieux hantés attirent de nombreux visiteurs.
Μερικά στοιχειωμένα μέρη προσελκύουν πολλούς επισκέπτες.



























