le général
général
ʒeneʀal
zheneral

Ορισμός και σημασία του "général"στα γαλλικά

01

officier de très haut rang  dans l'armée , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
généraux
θηλυκό ενικό
générale
Παραδείγματα
Le général commande plusieurs unités. 
01

qui concerne l'ensemble d'un sujet, d'un groupe ou d'une situation , -

γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
généraux
θηλυκό ενικό
générale
θηλυκό πληθυντικό
générales
Παραδείγματα
Le rapport donne une vue générale de la situation. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store