Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
griffer
01
γρατσουνίζω, ξύνω
donner des coups avec les griffes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
griffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
griffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grifferai
παθητική μετοχή
griffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
griffions
Παραδείγματα
Le chat griffe le canapé.
Η γάτα γρατζουνάει τον καναπέ.
02
γρατζουνάω, ξύνω
blesser ou rayer légèrement, causer une égratignure morale ou physique
Παραδείγματα
Les paroles du critique griffent sa fierté.
Τα λόγια του κριτικής γρατσουνίζουν την περηφάνεια του.
03
σημειώνω, αφήνω σημάδι
laisser une marque ou un signe sur un vêtement ou un tissu
Παραδείγματα
Elle griffe la chemise avec un stylo.
Αυτή γρατζουνάει το πουκάμισο με ένα στυλό.



























