Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La griffe
01
ongle pointu des animaux, utilisé pour attraper, grimper ou se défendre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
griffes
Παραδείγματα
Le chat sort ses griffes pour attraper le jouet.
02
μάρκα, ετικέτα
marque distinctive ou label d'une marque, souvent utilisée pour indiquer le créateur ou l'origine
Παραδείγματα
Ce sac porte la griffe d'un grand couturier.
Αυτή η τσάντα φέρει την griffe ενός μεγάλου ραπτοποιού.
03
υπογραφή, γραφή
signature manuscrite, souvent rapide ou stylisée
Παραδείγματα
Il a mis sa griffe au bas du document.
Έβαλε την υπογραφή του στο κάτω μέρος του εγγράφου.



























