Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gribouiller
01
ζωγραφίζω ακατάστατα, χαράσσω απρόσεκτα
tracer des formes ou des mots sans soin, de manière confuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gribouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gribouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gribouillerai
παθητική μετοχή
gribouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gribouillions
Παραδείγματα
L'enfant a gribouillé sur le mur avec un feutre.
Το παιδί ζωγράφισε ακατάστατα στον τοίχο με ένα μαρκαδόρο.
02
ζωγραφίζω ακατάστατα, σχεδιάζω γρήγορα
dessiner vite quelque chose de peu net ou peu précis
Παραδείγματα
Elle gribouille des fleurs quand elle s'ennuie.
Ζωγραφίζει πρόχειρα λουλούδια όταν βαριέται.



























