gribouiller
gri
gʁi
gri
bo
bu
boo
uiller
je
ye
grouiller

Ορισμός και σημασία του "gribouiller"στα γαλλικά

gribouiller
01

ζωγραφίζω ακατάστατα, χαράσσω απρόσεκτα

tracer des formes ou des mots sans soin, de manière confuse 
gribouiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gribouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gribouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gribouillerai
παθητική μετοχή
gribouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gribouillions
Παραδείγματα
L'enfant a gribouillé sur le mur avec un feutre. 

Το παιδί ζωγράφισε ακατάστατα στον τοίχο με ένα μαρκαδόρο.

02

ζωγραφίζω ακατάστατα, σχεδιάζω γρήγορα

dessiner vite quelque chose de peu net ou peu précis 
gribouiller definition and meaning
Παραδείγματα
Elle gribouille des fleurs quand elle s'ennuie. 

Ζωγραφίζει πρόχειρα λουλούδια όταν βαριέται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store