Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le grand magasin
01
πολυκατάστημα, εμπορικό κέντρο
magasin très grand qui vend beaucoup de produits différents, souvent répartis par rayons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
grands magasins
Παραδείγματα
Ce grand magasin vend des vêtements, des jouets et des appareils électroniques.
Αυτό το μεγάλο κατάστημα πουλάει ρούχα, παιχνίδια και ηλεκτρονικές συσκευές.



























