le gramme
gramme
gʁam
gram
gamme

Ορισμός και σημασία του "gramme"στα γαλλικά

01

γραμμάριο, γραμμάριο

unité de mesure de la masse, valant un millième de kilogramme 
le gramme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
grammes
Παραδείγματα
Cette recette demande cinquante grammes de sucre. 

Αυτή η συνταγή απαιτεί πενήντα γραμμάρια ζάχαρης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store