Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le graffiti
01
γκράφιτι, τοιχογραφία
dessin, peinture ou inscription réalisée sur un mur, une façade ou une autre surface, souvent de manière spontanée, pour s'exprimer artistiquement ou politiquement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
graffitis
Παραδείγματα
La municipalité organise des espaces légaux pour le graffiti.
Ο δήμος οργανώνει νόμιμους χώρους για γκράφιτι.



























