Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
goûter
01
δοκιμάζω, γεύομαι
mettre quelque chose dans sa bouche pour en percevoir le goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
goûte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
goûtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
goûterai
ενεστώτα μετοχή
goûtant
παθητική μετοχή
goûté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
goûtions
Παραδείγματα
J'ai goûté la soupe avant de servir.
Δοκίμασα τη σούπα πριν την σερβίρισμα.
02
κάνω απογευματινό
prendre un repas léger ou une collation dans l'après-midi
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Les enfants goûtent vers 16 heures tous les jours.
Τα παιδιά κάνουν σνακ γύρω στις 16:00 κάθε μέρα.
Le goûter
01
απογευματινό σνακ, ελαφρύ γεύμα το απόγευμα
repas léger pris dans l'après-midi, souvent sucré
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
goûters
Παραδείγματα
Les enfants prennent leur goûter à 16 heures.
Τα παιδιά παίρνουν το απογευματινό σνακ τους στις 16 η ώρα.



























