Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
goûter
01
δοκιμάζω, γεύομαι
mettre quelque chose dans sa bouche pour en percevoir le goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
goûte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
goûtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
goûterai
ενεστώτα μετοχή
goûtant
παθητική μετοχή
goûté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
goûtions
Παραδείγματα
Les enfants goûtent un nouveau plat aujourd'hui.
Τα παιδιά δοκιμάζουν ένα νέο πιάτο σήμερα.
02
κάνω απογευματινό
prendre un repas léger ou une collation dans l'après-midi
informal
Παραδείγματα
Tu goûtes aujourd'hui ou tu préfères attendre ?
Κάνεις σνακ σήμερα ή προτιμάς να περιμένεις;
Le goûter
[gender: masculine]
01
απογευματινό σνακ, ελαφρύ γεύμα το απόγευμα
repas léger pris dans l'après-midi, souvent sucré
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
goûters
Παραδείγματα
Le goûter est un moment convivial en famille.
Το απογευματινό σνακ είναι μια φιλική οικογενειακή στιγμή.



























