Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le golf
01
γκολφ, αθλημα του γκολφ
sport où l'on frappe une petite balle avec un club pour la faire entrer dans un trou
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
golfs
Παραδείγματα
Mon oncle joue au golf tous les dimanches.
Ο θείος μου παίζει γκολφ κάθε Κυριακή.



























