le gin
gin
ʒɛ̃
ζε
injeanmineChine

Ορισμός και σημασία του "gin"στα γαλλικά

01

τζιν, τζιν τόνικ

alcool fort obtenu par distillation, aromatisé surtout avec des baies de genièvre et d'autres plantes 
le gin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gins
Παραδείγματα
Il boit un gin avec du tonic et du citron. 

Πίνει ένα τζιν με τόνικ και λεμόνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

engin
gin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store