gigoter
gi
ʒɪ
zhi
go
gaw
ter
te
te
baraquéaffoleramarrerflatter

Ορισμός και σημασία του "gigoter"στα γαλλικά

gigoter
01

κουνιέμαι, σφαδάζω

remuer vivement les jambes et les bras (souvent de manière désordonnée) 
gigoter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gigote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gigotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gigoterai
ενεστώτα μετοχή
gigotant
παθητική μετοχή
gigoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gigotions
Παραδείγματα
Le bébé gigote dans son berceau en riant . 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store