Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gigoter
01
κουνιέμαι, σφαδάζω
remuer vivement les jambes et les bras (souvent de manière désordonnée)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gigote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gigotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gigoterai
ενεστώτα μετοχή
gigotant
παθητική μετοχή
gigoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gigotions
Παραδείγματα
Le chaton gigote quand on le tient dans les bras.



























