le gaufrier

Ορισμός και σημασία του "gaufrier"στα γαλλικά

Le gaufrier
[gender: masculine]
01

μηχανή βάφλες, συσκευή παρασκευής βάφλες

appareil électrique ou manuel utilisé pour cuire des gaufres en donnant à la pâte la forme caractéristique de grille.
le gaufrier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gaufriers
Παραδείγματα
Le gaufrier est facile à nettoyer après usage.
Το σιδεράκι για βάφλες είναι εύκολο να καθαριστεί μετά τη χρήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store