Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gaspiller
01
σπαταλώ, χαραμίζω
employer de façon excessive ou sans raison, souvent de l'argent, des ressources ou du temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gaspille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gaspillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gaspillerai
ενεστώτα μετοχή
gaspillant
παθητική μετοχή
gaspillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gaspillions
Παραδείγματα
Ils gaspillent beaucoup d' énergie dans cette usine.
Σπαταλούν πολλή ενέργεια σε αυτό το εργοστάσιο.
02
σπαταλώ, χαραμίζω
ne pas utiliser une occasion, un talent, une chance, ou une ressource de manière utile ou efficace
Παραδείγματα
Ils ont gaspillé leur potentiel en ne croyant pas en eux.
Σπάταλησαν το δυναμικό τους μη πιστεύοντας στον εαυτό τους.



























