la gamme
gamme
gam
gam
gemmegommegamméegramme

Ορισμός και σημασία του "gamme"στα γαλλικά

01

κλίμακα, σκάλα

succession de notes selon une certaine hauteur et tonalité 
la gamme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gammes
Παραδείγματα
Le pianiste pratique la gamme tous les matins. 

Ο πιανίστας εξασκείται στην κλίμακα κάθε πρωί.

02

κλίμακα, παλέτα

série graduée de valeurs ou de nuances 
la gamme definition and meaning
Παραδείγματα
La peinture est disponible dans une large gamme de couleurs. 

Το χρώμα είναι διαθέσιμο σε μια ευρεία παλέτα χρωμάτων.

03

παλέτα, σειρά

série ou collection de produits ou services proposés par une entreprise 
Παραδείγματα
Cette entreprise propose une gamme de téléphones. 

Αυτή η εταιρεία προτείνει μια σειρά τηλεφώνων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store