la gaieté
Pronunciation
/gete/

Ορισμός και σημασία του "gaieté"στα γαλλικά

01

ευθυμία, χαρά

état d'esprit joyeux, enjoué et léger, propice au sourire et au plaisir
la gaieté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Même face aux difficultés, elle garde sa gaieté.
Ακόμη και μπροστά στις δυσκολίες, διατηρεί τη χαρά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store