Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le futur
01
μέλλον, επερχόμενος
temps qui vient après le moment présent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle pense souvent au futur de ses enfants.
futur
01
μελλοντικός, ερχόμενος
qui arrivera plus tard, qui n'existe pas encore
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
futur
αρσενικό πληθυντικό
futurs
θηλυκό ενικό
future
θηλυκό πληθυντικό
futures
Παραδείγματα
Le futur immeuble sera plus écologique.
Το μελλοντικό κτίριο θα είναι πιο οικολογικό.



























