Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fusionner
01
συγχωνεύω, ενώνω
réunir deux ou plusieurs entreprises pour n'en former qu'une seule
Παραδείγματα
Les deux sociétés ont fusionné l'année dernière.
Οι δύο εταιρείες συγχωνεύτηκαν πέρυσι.
02
συγχωνεύω, ενώνω
rapprocher ou joindre des éléments pour qu'ils forment une seule entité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fusionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fusionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fusionnerai
ενεστώτα μετοχή
fusionnant
παθητική μετοχή
fusionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fusionnions
Παραδείγματα
Les deux équipes ont fusionné pour travailler ensemble.
Οι δύο ομάδες συγχωνεύτηκαν για να συνεργαστούν.
03
συγχωνεύω, ενώνω
devenir uni ou combiné avec d'autres éléments
Παραδείγματα
Les deux équipes se fusionnent pour atteindre le même objectif.
Οι δύο ομάδες συγχωνεύονται για να επιτύχουν τον ίδιο στόχο.



























