Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fuseau
01
ζώνη ώρας, χρονική ζώνη
ortion de la surface terrestre où l'heure est la même, correspondant à une division longitudinale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fuseaux
Παραδείγματα
La France est dans le fuseau horaire UTC+1.
Η Γαλλία βρίσκεται στη ζώνη ώρας UTC+1.
02
αδράχτι, άξονας
petite tige pointue autour de laquelle on enroule la laine ou le fil pour le filer à la main
Παραδείγματα
Elle utilise un fuseau pour filer la laine.
Χρησιμοποιεί ένα αδράχτι για να γνέθει το μαλλί.



























