le fruit
Pronunciation
/fʀɥi/

Ορισμός και σημασία του "fruit"στα γαλλικά

Le fruit
[gender: masculine]
01

φρούτο, καρπός

partie comestible d'une plante, souvent sucrée, qui contient les graines
le fruit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fruits
Παραδείγματα
Les fruits sont souvent utilisés dans les desserts.
Τα φρούτα χρησιμοποιούνται συχνά στα επιδόρπια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store