Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
franc
01
ειλικρινής, άμεσος
qui dit la vérité ou exprime ses pensées sans cacher rien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus franc
συγκριτικός βαθμός
plus franc
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
franc
αρσενικό πληθυντικό
francs
θηλυκό ενικό
franche
θηλυκό πληθυντικό
franches
Παραδείγματα
Elle est franche dans ses critiques.
Είναι ειλικρινής στις κριτικές της.
Le franc
01
φράγκο, φράγκο (νόμισμα)
ancienne unité monétaire utilisée dans plusieurs pays, comme la France ou la Suisse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
francs
Παραδείγματα
Les billets de franc ne sont plus en circulation en France.
Τα χαρτονομίσματα του φράγκου δεν κυκλοφορούν πλέον στη Γαλλία.



























