Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forestier
01
جنگلی
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό ενικό
forestier
αρσενικό πληθυντικό
forestiers
θηλυκό ενικό
forestière
θηλυκό πληθυντικό
forestières
Παραδείγματα
Il habite dans la maison forestière.
Le forestier
01
جنگلبان
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le forestier surveille l'état des arbres dans la région.



























