Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les fléchette
01
βελάκια, παιχνίδι με βελάκια
jeu où chaque joueur lance des fléchettes sur une cible composée d'anneaux et de zones de score afin d'obtenir le plus de points possible
Παραδείγματα
Les joueuses de fléchettes s' entraînent régulièrement pour la compétition.
Οι παίκτριες του βελόνα προπονούνται τακτικά για τον αγώνα.
02
βελάκι, μικρό βέλος
petit objet pointu et équilibré que l'on lance à la main sur une cible dans le cadre du jeu de fléchettes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fléchettes
Παραδείγματα
Les joueuses de fléchettes choisissent leurs fléchettes en fonction de leur poids et de leur forme.
Οι παίκτριες βελάκια επιλέγουν τα βελάκια τους με βάση το βάρος και το σχήμα.



























