financier
financier
finɑ̃sje
finaasye
finassierfinancer

Ορισμός και σημασία του "financier"στα γαλλικά

01

οικονομικός, χρηματοοικονομικός

qui concerne l'argent ou les finances 
financier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
financier
αρσενικό πληθυντικό
financiers
θηλυκό ενικό
financière
θηλυκό πληθυντικό
financières
θεματικό πεδίο
économie, argent, affaires
Παραδείγματα
Le problème financier est compliqué. 

Το οικονομικό πρόβλημα είναι περίπλοκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store