Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le filtre
01
φίλτρο, σκούπα
objet ou dispositif qui retient certaines particules solides tout en laissant passer un liquide ou un gaz
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
filtres
Παραδείγματα
Le filtre retient les impuretés de l'eau.
Το φίλτρο συγκρατεί τις ακαθαρσίες στο νερό.
02
ψηφιακό φίλτρο, οπτικό φίλτρο
traitement visuel appliqué à une photo ou une vidéo pour en modifier l'apparence (couleurs, luminosité, texture, etc.)
Παραδείγματα
J'ai appliqué un filtre vintage à mon selfie.
Εφάρμοσα ένα βινταζ φίλτρο στο selfie μου.



























