Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le filet
01
φιλέτο, κομμάτι κρέατος χωρίς κόκκαλα
morceau de viande ou de poisson sans arêtes ou sans os
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
filets
Παραδείγματα
J'ai acheté un filet de bœuf pour le dîner.
Αγόρασα ένα φιλέτο βοδινού για το δείπνο.
02
δίχτυ, πλέγμα
toile ou corde tressée, tendue entre deux poteaux, servant à séparer ou marquer une zone de jeu
Παραδείγματα
Au tennis, le filet est plus bas qu'au badminton.
Στο τένις, το δίχτυ είναι χαμηλότερο από ό,τι στο μπάντμιντον.



























