la fierté
fie
fjɛ
fye
rté
ʁte
rte

Ορισμός και σημασία του "fierté"στα γαλλικά

01

υπερηφάνεια, αλαζονεία

sentiment de satisfaction et d'estime pour soi-même ou pour quelqu'un, lié à ses qualités, réalisations ou celles d'autrui 
la fierté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il ressent une grande fierté pour son travail. 

Νιώθει μεγάλη υπερηφάνεια για τη δουλειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store