Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fer
01
σίδηρος, σιδηρούχο μέταλλο
métal utilisé dans l'industrie, la construction et la fabrication d'objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le pont est construit en fer et en acier.
Η γέφυρα είναι κατασκευασμένη από σίδηρο και χάλυβα.
02
σιδερωτήριο, σίδηρος
appareil électrique utilisé pour repasser et lisser les vêtements
Παραδείγματα
Elle utilise le fer pour repasser sa chemise.
Χρησιμοποιεί το σιδερό για να σιδερώσει το πουκάμισό της.
03
ensemble des rails et infrastructures permettant la circulation des trains
Παραδείγματα
Le transport de marchandises se fait par le fer.



























