la femme de ménage
femme
fam
fam
de
də
dē
mé
me
me
nage
na:ʒ
nazh

Ορισμός και σημασία του "femme de ménage"στα γαλλικά

La femme de ménage
01

γυναίκα καθαρίστρια, οικιακή βοηθός

femme qui fait le nettoyage dans une maison ou un bâtiment 
la femme de ménage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
femmes de ménage
αρσενικό ενικό
homme de ménage
θηλυκό ενικό
femme de ménage
neutral form
agent d'entretien
Παραδείγματα
La femme de ménage nettoie les chambres tous les jours. 

Η καθαρίστρια καθαρίζει τα δωμάτια κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store