la femme de ménage
Pronunciation
/fam də menaʒ/

Ορισμός και σημασία του "femme de ménage"στα γαλλικά

La femme de ménage
01

γυναίκα καθαρίστρια, οικιακή βοηθός

femme qui fait le nettoyage dans une maison ou un bâtiment
la femme de ménage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
femmes de ménage
Παραδείγματα
La femme de ménage arrive à huit heures du matin.
Η καθαρίστρια φτάνει στις οκτώ το πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store