falsifier
fal
fal
fal
sif
sif
sif
ier
je
ye

Ορισμός και σημασία του "falsifier"στα γαλλικά

falsifier
01

παραποιώ, πλαστογραφώ

modifier ou créer quelque chose de faux pour tromper ou frauder 
falsifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
falsifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
falsifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
falsifierai
ενεστώτα μετοχή
falsifiant
παθητική μετοχή
falsifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
falsifiions
Παραδείγματα
Il a falsifié des documents officiels. 

Αυτός πλαστογράφησε επίσημα έγγραφα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store