la falaise
fa
fa
φα
laise
lɛ:z
λεζ
fadaise

Ορισμός και σημασία του "falaise"στα γαλλικά

01

γκρεμός

une paroi rocheuse très abrupte, souvent au bord de la mer ou d'une montagne 
la falaise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
falaises
Παραδείγματα
La maison est construite au sommet de la falaise. 

Το σπίτι είναι χτισμένο στην κορυφή του γκρεμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store