Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fait divers
[gender: masculine]
01
μικρή είδηση, ειδησιογραφικό στοιχείο
petite nouvelle souvent liée à un événement insolite ou un accident
Παραδείγματα
Le fait divers a attiré beaucoup d' attention.
Το μικρό νέο προσέλκυσε πολλή προσοχή.



























