en or
en
ã
an
or
ɔʁ
awr

Ορισμός και σημασία του "en or"στα γαλλικά

01

χρυσός, πολύτιμος

exceptionnellement bon ou précieux 
en or definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus en or
συγκριτικός βαθμός
plus en or
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
en or
αρσενικό πληθυντικό
en or
θηλυκό ενικό
en or
θηλυκό πληθυντικό
en or
Παραδείγματα
Cette opportunité est en or, ne la rate pas ! 

Αυτή η ευκαιρία είναι χρυσή, μην την χάσεις!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store